Το θέμα διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί είναι ένα από τα πιο συχνά και πιο ευαίσθητα ζητήματα που προκύπτουν μετά τη διάσταση ή τη λύση του γάμου. Όταν οι γονείς χωρίζουν, η μεταξύ τους σχέση μπορεί να έχει τερματιστεί, όμως η γονική τους ιδιότητα παραμένει. Το παιδί εξακολουθεί να έχει ανάγκη από σταθερή, ουσιαστική και ασφαλή σχέση και με τους δύο γονείς, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος που επιβάλλει περιορισμό ή διαφορετική ρύθμιση. Γι’ αυτό η συμφωνία ή η δικαστική απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία δεν είναι μια απλή τυπική πρόβλεψη, αλλά ένα δεσμευτικό πλαίσιο που οργανώνει την καθημερινότητα του παιδιού και προστατεύει το δικαίωμά του να διατηρεί επαφή με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει.
Στην πράξη, το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο ένας γονέας δεν τηρεί όσα έχουν συμφωνηθεί ή αποφασιστεί. Μπορεί να καθυστερεί συστηματικά την παράδοση του παιδιού, να ακυρώνει συναντήσεις χωρίς σοβαρό λόγο, να επικαλείται συνεχώς αόριστες δικαιολογίες, να μην επιτρέπει τηλεφωνική ή ηλεκτρονική επικοινωνία, να μεταβάλλει μονομερώς το πρόγραμμα ή να επηρεάζει αρνητικά το παιδί απέναντι στον άλλο γονέα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το ζήτημα διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί αποκτά άμεση νομική σημασία, διότι η παρεμπόδιση της επικοινωνίας μπορεί να οδηγήσει σε εξώδικες ενέργειες, ασφαλιστικά μέτρα, αγωγή ρύθμισης ή μεταρρύθμισης επικοινωνίας και, ανάλογα με την περίπτωση, σε επίκληση κακής άσκησης γονικής μέριμνας.
Διαβάστε περισσότερα εδώ: Πώς γίνεται η διανομή ακινήτου μεταξύ αδελφών;
Τι είναι το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με το παιδί
Η προσωπική επικοινωνία δεν είναι απλώς ένα δικαίωμα του γονέα που δεν διαμένει με το παιδί. Είναι ταυτόχρονα δικαίωμα και ανάγκη του ίδιου του παιδιού. Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας μαζί του, ενώ οι γονείς δεν έχουν δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του παιδιού με συγγενικά πρόσωπα, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με το άρθρο 1520 του Αστικού Κώδικα.
Η επικοινωνία μπορεί να περιλαμβάνει συναντήσεις, διανυκτερεύσεις, παραμονή τα Σαββατοκύριακα, εορτές, σχολικές αργίες, καλοκαιρινές διακοπές, τηλεφωνική επικοινωνία, βιντεοκλήσεις και κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο επαφής. Το ακριβές περιεχόμενο εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τις σχολικές του υποχρεώσεις, την απόσταση των κατοικιών, τη σχέση του με κάθε γονέα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της οικογένειας. Στο πλαίσιο διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί, η επικοινωνία πρέπει να είναι συγκεκριμένη, εφαρμόσιμη και προσαρμοσμένη στο συμφέρον του ανηλίκου, ώστε να αποφεύγονται ασάφειες που γεννούν νέες συγκρούσεις.
Διαβάστε περισσότερα εδώ: Τι πρέπει να ελέγξω πριν αγοράσω ακίνητο
Όταν υπάρχει συμφωνία των γονέων μετά το διαζύγιο
Σε ένα συναινετικό διαζύγιο ή σε μια εξωδικαστική ρύθμιση μετά τη διάσταση, οι γονείς συνήθως συμφωνούν για τη γονική μέριμνα, την επιμέλεια, τον τόπο διαμονής, τη διατροφή και την επικοινωνία με το παιδί. Η συμφωνία αυτή πρέπει να είναι σαφής και να προβλέπει συγκεκριμένες ημέρες, ώρες, τρόπο παραλαβής και επιστροφής, κατανομή εορτών και διακοπών, καθώς και ειδικές ρυθμίσεις για έκτακτες περιστάσεις. Όσο πιο γενική είναι η συμφωνία, τόσο πιο εύκολο είναι να δημιουργηθούν παρερμηνείες.
Για παράδειγμα, μια διατύπωση όπως «ο πατέρας θα βλέπει το παιδί ελεύθερα κατόπιν συνεννόησης» μπορεί να φαίνεται ευέλικτη, αλλά στην πράξη συχνά δημιουργεί προβλήματα, εάν οι γονείς δεν έχουν καλή επικοινωνία. Αντίθετα, μια ρύθμιση που προβλέπει συγκεκριμένες ημέρες και ώρες μειώνει τον κίνδυνο σύγκρουσης. Στο θέμα διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί, η σαφήνεια είναι ουσιαστικό εργαλείο προστασίας, γιατί επιτρέπει στον γονέα να γνωρίζει πότε δικαιούται να δει το παιδί και στον άλλο γονέα να γνωρίζει ποιες είναι οι υποχρεώσεις του.
Τι σημαίνει ότι ο άλλος γονέας δεν τηρεί τη συμφωνία
Η μη τήρηση της συμφωνίας επικοινωνίας μπορεί να λάβει πολλές μορφές. Δεν περιορίζεται μόνο στην απόλυτη άρνηση παράδοσης του παιδιού. Μπορεί να υπάρχει έμμεση ή σταδιακή παρεμπόδιση, όπως συχνές ακυρώσεις την τελευταία στιγμή, αδικαιολόγητες αλλαγές στο πρόγραμμα, άρνηση διανυκτερεύσεων, άρνηση τηλεφωνικής επικοινωνίας, μη ενημέρωση για δραστηριότητες ή μετακινήσεις, ή δημιουργία αρνητικού κλίματος στο παιδί πριν από την επικοινωνία.
Η συστηματικότητα έχει ιδιαίτερη σημασία. Μία μεμονωμένη αλλαγή λόγω ασθένειας, σχολικής υποχρέωσης ή έκτακτου γεγονότος δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που ακυρώνει στην πράξη το δικαίωμα επικοινωνίας. Αν ο άλλος γονέας επικαλείται συνεχώς προσχηματικούς λόγους ή επιχειρεί να επιβάλει δικούς του όρους, ενώ υπάρχει ήδη συμφωνία ή δικαστική απόφαση, τότε ο θιγόμενος γονέας πρέπει να κινηθεί οργανωμένα και όχι παρορμητικά.
Διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί: τι μπορεί να κάνει άμεσα ο γονέας
Το πρώτο βήμα είναι η ψύχραιμη καταγραφή των περιστατικών. Ο γονέας που αντιμετωπίζει παρεμπόδιση επικοινωνίας πρέπει να κρατά σαφές αρχείο με ημερομηνίες, ώρες, μηνύματα, ακυρώσεις, απαντήσεις και κάθε στοιχείο που αποδεικνύει ότι η συμφωνία δεν τηρείται. Η τεκμηρίωση είναι καθοριστική, διότι σε μια μελλοντική δικαστική διαδικασία δεν αρκεί να ισχυριστεί κάποιος γενικά ότι «δεν μου δίνει το παιδί». Χρειάζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Στη συνέχεια, μπορεί να αποσταλεί εξώδικη δήλωση ή πρόσκληση προς τον άλλο γονέα, με την οποία επισημαίνεται η υποχρέωση τήρησης της συμφωνίας ή της απόφασης και ζητείται η άμεση συμμόρφωση. Το εξώδικο δεν είναι πάντα υποχρεωτικό, αλλά συχνά είναι χρήσιμο, διότι αποτυπώνει επίσημα τη διαμαρτυρία του γονέα, δημιουργεί αποδεικτικό ίχνος και μπορεί να λειτουργήσει ως προειδοποίηση πριν από δικαστικές ενέργειες.
Εάν η παρεμπόδιση συνεχίζεται ή αν η κατάσταση είναι επείγουσα, μπορεί να εξεταστεί η κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση ή εξειδίκευση της επικοινωνίας. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, μπορεί να ασκηθεί αγωγή για ρύθμιση ή μεταρρύθμιση της επικοινωνίας, ακόμη και για συνολικότερη επανεξέταση ζητημάτων γονικής μέριμνας και επιμέλειας, εφόσον η συμπεριφορά του άλλου γονέα βλάπτει το συμφέρον του παιδιού.
Παρεμπόδιση επικοινωνίας και κακή άσκηση γονικής μέριμνας
Η συστηματική παρεμπόδιση της επικοινωνίας μπορεί να συνδεθεί με ζήτημα κακής άσκησης γονικής μέριμνας. Το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο, ιδίως μετά τις αλλαγές του ν. 4800/2021, δίνει έμφαση στη διατήρηση της σχέσης του παιδιού και με τους δύο γονείς, καθώς και στην υποχρέωση συνεργασίας και ενημέρωσης μεταξύ τους. Ο ν. 4800/2021 τροποποίησε σημαντικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις σχέσεις γονέων και τέκνων, μεταξύ των οποίων ζητήματα γονικής μέριμνας, επιμέλειας, τόπου διαμονής και επικοινωνίας.
Αν ένας γονέας εργαλειοποιεί το παιδί, το απομακρύνει συναισθηματικά από τον άλλο γονέα ή παραβιάζει επανειλημμένα το συμφωνημένο πρόγραμμα, το δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει τη συμπεριφορά αυτή αρνητικά. Το δικαστήριο εξετάζει πάντοτε το συμφέρον του τέκνου και όχι την προσωπική αντιπαράθεση των γονέων. Επομένως, ο γονέας που ζητά δικαστική προστασία πρέπει να παρουσιάζει την υπόθεση ως ζήτημα προστασίας του παιδιού και όχι ως προσωπική αντιδικία.
Τι γίνεται αν το παιδί αρνείται να επικοινωνήσει με τον γονέα
Μία από τις πιο δύσκολες περιπτώσεις στο θέμα διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί είναι όταν ο γονέας που έχει την καθημερινή φροντίδα ισχυρίζεται ότι «το παιδί δεν θέλει» να δει τον άλλο γονέα. Η άποψη του παιδιού μπορεί να ληφθεί υπόψη, ιδίως όταν έχει επαρκή ηλικία και ωριμότητα, όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αυτομάτως ως λόγος ακύρωσης της επικοινωνίας. Το δικαστήριο εξετάζει αν η άρνηση του παιδιού είναι γνήσια, αν οφείλεται σε πραγματικά περιστατικά, αν έχει προηγηθεί πίεση ή επηρεασμός και αν χρειάζεται σταδιακή αποκατάσταση της σχέσης.
Ο γονέας που διαμένει με το παιδί οφείλει, κατά κανόνα, να διευκολύνει και όχι να υπονομεύει την επικοινωνία. Δεν αρκεί να δηλώνει παθητικά ότι το παιδί αρνείται. Πρέπει να συμβάλλει στην ομαλή εφαρμογή της συμφωνίας, εκτός αν υπάρχει πραγματικός και σοβαρός κίνδυνος για το παιδί. Αν υπάρχουν ζητήματα ασφάλειας, κακοποίησης, παραμέλησης ή σοβαρής ψυχικής επιβάρυνσης, τότε απαιτείται διαφορετική νομική και αποδεικτική αντιμετώπιση.
Διαβάστε περισσότερα εδώ: Από τη σύγκρουση στη συνεργασία: Ο νέος ρόλος του γονέα μετά το διαζύγιο
Τι γίνεται όταν υπάρχει δικαστική απόφαση
Όταν η επικοινωνία έχει ρυθμιστεί με δικαστική απόφαση, η μη τήρησή της είναι ακόμη σοβαρότερη. Η απόφαση δεν αποτελεί απλή σύσταση, αλλά δεσμευτική ρύθμιση. Ο γονέας που την παραβιάζει δεν μπορεί να τροποποιεί μονομερώς το περιεχόμενό της, εκτός αν υπάρχει πραγματικά επείγουσα και δικαιολογημένη περίσταση. Αν θεωρεί ότι η απόφαση δεν εξυπηρετεί πλέον το συμφέρον του παιδιού, πρέπει να ζητήσει τη μεταρρύθμισή της από το αρμόδιο δικαστήριο και όχι να την παραβιάζει αυθαίρετα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο θιγόμενος γονέας μπορεί να κινηθεί νομικά ζητώντας συμμόρφωση, νέα ρύθμιση, ασφαλιστικά μέτρα ή άλλες κατάλληλες ενέργειες, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης και τη συμπεριφορά του άλλου γονέα. Το κρίσιμο είναι να υπάρχει πλήρης φάκελος με τη δικαστική απόφαση, τα περιστατικά παραβίασης και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Διαβάστε περισσότερα εδώ: Σε ένα διαζύγιο ποιος φεύγει από το σπίτι;
Τι πρέπει να αποφεύγει ο γονέας που δεν βλέπει το παιδί
Όταν ο ένας γονέας δεν επιτρέπει την επικοινωνία, είναι απολύτως κατανοητό ο άλλος να αισθάνεται θυμό, αδικία και αγωνία. Ωστόσο, οι σπασμωδικές κινήσεις μπορούν να βλάψουν την υπόθεση. Δεν πρέπει να γίνονται απειλές, επεισόδια μπροστά στο παιδί, δημόσιες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα ή προσπάθειες βίαιης παραλαβής του παιδιού. Τέτοιες ενέργειες μπορεί να αξιοποιηθούν εναντίον του γονέα που τις κάνει και να επιβαρύνουν ψυχολογικά το παιδί.
Η σωστή αντιμετώπιση είναι θεσμική και τεκμηριωμένη. Ο γονέας πρέπει να αποφεύγει την κλιμάκωση μπροστά στο παιδί, να επικοινωνεί με τρόπο συγκρατημένο και αποδεικτικά χρήσιμο, να ζητά νομική συμβουλή εγκαίρως και να κινείται με βάση το συμφέρον του τέκνου. Στο πεδίο διαζύγιο και επικοινωνία με το παιδί, η ψυχραιμία δεν σημαίνει αδράνεια. Σημαίνει οργανωμένη αντίδραση με τα κατάλληλα νομικά μέσα.
Πότε χρειάζεται δικηγόρος
Η συνδρομή δικηγόρου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν η παραβίαση της επικοινωνίας επαναλαμβάνεται, όταν υπάρχει ασάφεια στη συμφωνία, όταν ο άλλος γονέας αρνείται κάθε συνεννόηση, όταν υπάρχουν ψευδείς κατηγορίες ή όταν απαιτούνται ασφαλιστικά μέτρα. Ο δικηγόρος μπορεί να αξιολογήσει αν η υπάρχουσα συμφωνία είναι επαρκής, αν χρειάζεται εξώδικη όχληση, αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, αν πρέπει να ζητηθεί νέα ρύθμιση και ποια διαδικασία είναι καταλληλότερη για την υπόθεση.
Ιδίως όταν υπάρχουν παιδιά, ο νομικός χειρισμός πρέπει να είναι προσεκτικός. Στόχος δεν είναι απλώς να «πιεστεί» ο άλλος γονέας, αλλά να αποκατασταθεί μια λειτουργική και ασφαλής επικοινωνία που εξυπηρετεί το παιδί. Ένας σωστά οργανωμένος φάκελος μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά, διότι το δικαστήριο χρειάζεται συγκεκριμένη εικόνα της κατάστασης και όχι γενικές περιγραφές.
Αν αντιμετωπίζετε πρόβλημα επικοινωνίας με το παιδί σας μετά το διαζύγιο, η Δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου μπορεί να σας προσφέρει εξατομικευμένη νομική καθοδήγηση, να αξιολογήσει τη συμφωνία ή τη δικαστική απόφαση που υπάρχει και να σας βοηθήσει να κινηθείτε άμεσα και αποτελεσματικά για την προστασία των δικαιωμάτων σας και του συμφέροντος του παιδιού.





































