50 χρόνια από την Χούντα – Η αντίσταση των Ελλήνων δημοσιογράφων

Συμπληρώνονται σήμερα 50 χρόνια από την αποφράδα 21η Απριλίου του 1967, όταν η χώρα μπήκε στον «γύψο» για επτά χρόνια, από ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με κάθε έννοια διοίκησης και Δημοκρατίας.

Του Χρήστου Δεμέτη – news247.gr

Μαζί με τη στρατιωτική επιβολή, το 1967 ήρθε και το καθεστώς ελέγχου για τα εγχώρια Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας.

Πολλοί δημοσιογράφοι εξορίστηκαν λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, άλλοι έφυγαν στο εξωτερικό όπως η Ελένη Βλάχου αναστέλλοντας τη λειτουργία των εφημερίδων τους, ενώ οι περισσότεροι προσπάθησαν να συνεχίσουν τη δουλειά τους, δίνοντας ειδήσεις σε ξένους ανταποκριτές έτσι ώστε να φτάσουν στο εξωτερικό μέσα από τα διεθνή πρακτορεία. Με αυτόν τον τρόπο περνούσαν ανώνυμα, τα μηνύματα τους. Επίσης, όταν η λογοκρισία έκοβε κομμάτια από τις εγχώριες εφημερίδες, οι σελίδες στις οποίες θα δημοσιευόταν το «κομμένο» ρεπορτάζ, έμεναν λευκές σαν αντίδραση.

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι ελληνικές εκπομπές της Deutsche Welle, γεγονός που έκανε το δικτατορικό καθεστώς να επιτίθεται με σχετικά δημοσιεύματα. Από την άλλη, οι αυτοεξόριστοι Έλληνες δημοσιογράφοι έβγαζαν στην κυκλοφορία εφημερίδες τους από το εξωτερικό, στις οποίες δημοσιεύονταν γελοιογραφίες που δεν μπορούσαν να δημοσιευθούν στη χώρα μας. Παράδειγμα είναι το περιοδικό «Hellenic Review» στο οποίο δημοσιεύονταν κείμενα και σκίτσα κατά της δικτατορίας.

Οι Έλληνες δημοσιογράφοι ήταν από τους πρώτους που προχώρησαν άλλωστε σε απεργιακές κινητοποιήσεις διαμαρτυρόμενοι για το καθεστώς. Τον Ιούλιο του 1967, λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα που έβγαλε τα τανκς στους δρόμους, οι δημοσιογράφοι και οι οδηγοί ΗΛΠΑΠ προκήρυξαν μια από τις πρώτες απεργιακές κινητοποιήσεις με αιτήματα κοινωνικής πρόνοιας.

 

Αξίζει να σημειωθεί πως δύο χρόνια μετά την πτώση της χούντας το γερμανικό Ντερ Σπίγκελ (1/11/76) είχε δημοσιεύσει ονόματα Γερμανών δημοσιογράφων που αμείφθηκαν για «τις καλές τους υπηρεσίες προς τη χούντα», καθώς και πλήθος άκρως εμπιστευτικών σχετικών σημειωμάτων που διακινήθηκαν την εποχή εκείνη μεταξύ ελληνικής πρεσβείας και αρμόδιων υπηρεσιών της γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών.

Όπως έγραφε ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, είχε προηγηθεί η αποκάλυψη από τον Παύλο Μπακογιάννη εγγράφου του συμβούλου Τύπου το 1972 στη Βόννη Μ. Ασαριώτη που περιλάμβανε ονόματα και αμοιβές γερμανών δημοσιογράφων («ΤΟ ΒΗΜΑ» 5/9/76), στοιχείο που το ίδιο το Σπίγκελ είχε περιλάβει σε προηγούμενο δημοσίευμά του με θέμα την ενίσχυση των ελλήνων ακροδεξιών της Μεταπολίτευσης από τον Φραντς Γιόζεφ Στράους (20/9/76).

Η περίπτωση Φρέιζερ και οι δωροδοκίες ξένων ανταποκριτών

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βρετανού Μορίς Φρέιζερ, ο οποίος με την πειθώ του μεγάλου για την εποχή ποσού των δέκα εκατομμυρίων δραχμών δοκίμασε το 1968 να δελεάσει Γάλλους, Γερμανούς και Σκανδιναβούς δημοσιογράφους. Μέσα σε λίγους μήνες, ο Φρέιζερ κουβάλησε 45 δυτικοευρωπαίους συναδέλφους του στην Ελλάδα, στους οποίους προσφέρθηκε βασιλική φιλοξενία από τη χούντα προκειμένου να συντάξουν τα «αντικειμενικά» τους ρεπορτάζ. Το πλάνο προχωρούσε κατ’ ευχήν, έως ότου αποκαλύψεις για τις δραστηριότητες του Φρέιζερ ανάγκασαν τη χούντα να στερηθεί την πολύτιμη συνεργασία του.

Η γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών διέθετε ούτως ή άλλως ένα μυστικό κονδύλι τεσσάρων εκατομμυρίων δραχμών το χρόνο, το οποίο μπορούσε να σπαταλήσει κατά το δοκούν. Σύμφωνα με μαρτυρία στο Σπίγκελ του υπεύθυνου για τους Γερμανούς δημοσιογράφους υπαλλήλου της γραμματείας, τρεις ήταν οι μέθοδοι εξαγοράς: χέρι με χέρι πληρωμή χωρίς απόδειξη, χρηματοδότηση της έκδοσης φιλοχουντικών βιβλίων και προσωπικές προσκλήσεις με πλουσιοπάροχη φιλοξενία των δημοσιογράφων και των οικείων τους (κόστος ανά επίσκεψη 20.000 – 60.000 δραχμές).

 

Δεν ήταν πράγματι λίγοι οι Γερμανοί δημοσιογράφοι που προσκλήθηκαν με τον τρόπο αυτό στην Ελλάδα των συνταγματαρχών. Κατάλογος που διασώθηκε περιλαμβάνει οκτώ ονόματα (Π. Μάγερ-Ράνκε, Γ. Κάνιχτ, Β. Κάλμερτεν, Π. Πούχερ, Β. Χέπκερ, Κ.Λ. Μπάγιερ, Κ. Πιρκ, Π. Χόρνουνγκ), ενώ άλλα έγγραφα περιέχουν αναλυτικές καταστάσεις για τα έξοδα των επισκεπτών. Εντατική ήταν και η προσπάθεια των ανθρώπων της χούντας να προσεγγίσουν στελέχη της γερμανικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, σε μια προσπάθεια να αμβλύνουν τις επιπτώσεις από τις αντιχουντικές ελληνικές εκπομπές, κυρίως εκείνες του Βάσου Μαθιόπουλου.

Λίγες μόνο μέρες μετά το πραξικόπημα, οι χουντικοί υποχρέωσαν τον ελληνικό Τύπο να δημοσιεύει (δήθεν ως ανταπόκριση κάποιας «Ιδιαιτέρας Υπηρεσίας») τα «καλά λόγια» των εντύπων του εξωτερικού. Επρόκειτο για μια τυπική διαδικασία «ανακύκλωσης ειδήσεων», αφού τα «υπέρ της επαναστάσεως ρεπορτάζ», κατά κανόνα γράφονταν «κατόπιν ενεργειών» του ίδιου του καθεστώτος.

«Αίσθημα ανακουφίσεως μεταξύ της πλειοψηφίας των Ελλήνων εκ της σωτηρίας επεμβάσεως του Στρατού, διαπιστώνει ο Άγγλος δημοσιογράφος Τζων Γουώλλις εις άρθρον του δημοσιευθέν εις την έγκυρον εφημερίδα του Λονδίνου Νταίηλυ Τέλεγκραφ: ‘Οι ξένοι ανέκαθεν συνέδεον την λέξιν Δημοκρατία με την Ελλάδα κατά λόγον, τείνουν όμως να λησμονήσουν ότι η αναρχία και η δημαγωγία είναι επίσης ελληνικαί λέξεις. Αι πολιτικαί απεργίαι, άι διαδηλώσεις και άι ταραχαί εξεδηλούντο σχεδόν ανά πάσαν εβδομάδα αποκορυφωθείσας διά των επεισοδίων των οικοδόμων του περελθόντος Απριλίου, όταν -ως ο υπουργός Εσωτερικών Στ. Παττακός ουδέποτε παραλείπει να υπενθυμίζει εις του ξένους ανταποκριτές- ένας οικοδόμος απέκοψε το ους Έλληνος αστυνομικού με τους οδόντας του, κατά παλαιάν ελληνικήν συνήθεια'» (Ιδ. Υπηρ. 18.5.67).

Οι πρώτες ημέρες

Οι περισσότεροι όμως ξένοι ανταποκριτές στην Ελλάδα, προσπαθούσαν απλώς να κάνουν τη δουλειά τους και τις περισσότερες φορές γίνονταν οι διαβιβαστές των ρεπορτάζ που δεν μπορούσαν να «παίξουν» σε ελληνικά έντυπα.

Οι επισκέψεις στα κεντρικά της Μπουμπουλίνας ήταν ρουτίνα

Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, που μας παραχώρησε την άδεια χρήσης των φωτογραφιών του άρθρου, συνεργάστηκε με το Διεθνές Ειδησεογραφικό Πρακτορείο Associated Press (ASS/Press) και είναι επίτιμο μέλος της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στην Ελλάδα.

Όπως ο ίδιος ανέφερε:

«Την 21η Απριλίου, κανείς δεν πίστευε τι γινόταν. Πιάσανε τους πολιτικούς εξαπίνης, με τις πιτζάμες. Όπως καταλαβαίνεις, ήταν εντός εισαγωγικών η «καλύτερη» μου. ‘Ήξερα πως έπρεπε να κάνω τα πάντα για να βρεθώ εκεί έξω. Πήρα τον εξοπλισμό μου και βρέθηκα στο Σύνταγμα.

Εκεί είδα τα τανκ και τον στρατό να βρίσκεται παντού. Δεν υπήρχαν πολίτες. Είδα ένα μυδράλιο μπροστά από τη Βουλή, στραμμένο προς την πλατεία Συντάγματος. Δε δίστασα και τράβηξα κάποια πλάνα. Αμέσως με συνέλαβαν. Για καλή μου τύχη, στο δρόμο στη Λέκκα για την ακρίβεια, συνάντησα έναν τροχονόμο που με ήξερε μιας και κυκλοφορούσα στην περιοχή καθώς εκεί ήταν τα γραφεία και είπε στους άνδρες που με συνόδευαν για την Μπουμπουλίνας να με παραδώσουν σε εκείνον για να με πάει στο κρατητήριο. Τελικά με άφησε να φύγω.

Τις πρώτες ημέρες το μόνο που δούλευε αργά, ήταν το τέλεξ. Εμφάνισα τις πρώτες φωτογραφίες και σκέψου ότι τότε στέλναμε τις φωτογραφίες μέσω τηλεφωνικής γραμμής, δεν είχαμε άλλο τρόπο. Και το τηλέφωνο ήταν κομμένο. Ο μόνος τρόπος για να τις στείλω λοιπόν στο εξωτερικό, ήταν να πάω στο αεροδρόμιο και να τις στείλω με κάποιον.

Μετά από πολλές περιπέτειες κατάφερα να πάω στο Ελληνικό και να τις δώσω σε έναν επιβάτη της Alitalia, χέρι με χέρι, στη σκάλα, μέσα στην πίστα, την ώρα που επιβιβαζόταν στο αεροπλάνο. Έτσι ταξίδεψαν οι πρώτες φωτογραφίες του καθεστώτος και άρχισαν να αντιδρούν τα διεθνή media. Πολλές φορές βέβαια, παραποιούσαν τις λεζάντες που γράφαμε με αποτέλεσμα να βρίσκουμε τον μπελά μας. Οι επισκέψεις στα κεντρικά της Μπουμπουλίνας ήταν ρουτίνα, αφού η χούντα ήθελε να ελέγχει τις φωτογραφίες πριν δημοσιευτούν.

Οι στρατιωτικοί ήθελαν να ελέγχουν μεν τις φωτογραφίες που στέλναμε στο εξωτερικό, από την άλλη όμως δεν ήξεραν αγγλικά. Έτσι μας έβαζαν να αυτολογοκρινόμαστε.

Εγώ έκανα τη δουλειά μου. Δε σκέφτηκα ποτέ να μη στείλω κάποια φωτογραφία για να μην έχω μπλεξίματα. Πρόσεχα όμως. Έστελνα τις φωτογραφίες που ήθελα αλλά προσπαθούσα να μην είναι πολύ «προκλητικές».

Προσωπικά έκανα πάντα αυτό που έπρεπε και είμαι τυχερός γιατί δούλευα για το Αssociated Press. Οι στρατιωτικοί ήθελαν να βγάζουν καλή εικόνα προς τα έξω και έτσι με καλούσαν να τους φωτογραφίζω. Έτυχα καλύτερης τύχης από τους Έλληνες συναδέλφους μου εκείνο τον καιρό».

 

Οι ξένοι «διαβιβαστές» και οι δυσκολίες

Ο Phil Dopoulos ήταν διευθυντής του Associated Press και μαζί με τον Α. Σαρρηκώστα, οι μόνοι δημοσιογράφοι μπροστά στο Πολυτεχνείο τη στιγμή που το τανκ γκρέμισε την κεντρική πύλη. Μιλώντας στο NEWS 247, αναφέρει πως εκείνος και άλλοι συνάδελφοι του λειτουργούσαν πολλές φορές ως «διαβιβαστές» μηνυμάτων για λογαριασμό των Ελλήνων συναδέλφων τους.

Τις πρώτες 36 ώρες δεν είχαμε γραμμή, δεν στέλναμε σχεδόν τίποτα

«Στην αρχή προσπαθούσαμε να πάρουμε γραμμές και δεν μπορούσαμε, μόνο η αμερικανική πρεσβεία είχε γραμμή. Έτσι, πηγαίναμε εκεί για να καλέσουμε στο εξωτερικό και να δώσουμε πληροφορίες. Το 1967 η ατμόσφαιρα ήταν ταραγμένη. Ο κόσμος ήταν ταραγμένος, τα τανκς ήταν γύρω από τη Βουλή, οι ξένοι ανταποκριτές έτρεχαν στο υπουργείο Τύπου και μας ανακοίνωσαν ότι δεν υπήρχαν γραμμές και πως θα μας έλεγαν πότε θα είχαμε τη δυνατότητα να στείλουμε υλικό. Τις πρώτες 36 ώρες δεν είχαμε γραμμή, δεν στέλναμε σχεδόν τίποτα. Ό,τι λίγο βγάλαμε μέσα από την πρεσβεία των ΗΠΑ, μόνο δυο τρεις Αμερικανοί πήραν κάποιες πληροφορίες από εμάς και τις έστειλαν μέσα από την πρεσβεία».

Προσθέτει πως «δεν είχαμε έλεγχο. Δεν είχαμε όμως τρόπο για να στείλουμε είδηση. Δεν είχαμε τεχνικό τρόπο να το κάνουμε».

Η στιγμή που θυμάται είναι η είσοδος του τανκ στην πύλη του Πολυτεχνείου. «Εγώ έτρεχα μπρος πίσω συνεχώς. Ο Σαρρηκώστας έστεκε εκεί με τη μηχανή του και φωτογράφιζε. Υπήρχε ένταση, ο κόσμος πέταγε νεράντζια από τα μπαλκόνια προς τους στρατιώτες. Οι διαδηλωτές πέταγαν και εκείνοι νεράντζια προς τον στρατό και την αστυνομία».

Δεν δίναμε μεγάλη σημασία σε όσα μας ανακοίνωνε το καθεστώς

Ο John Carr εργάστηκε στη χώρα μας για χρόνια ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής των μεγαλύτερων εφημερίδων και πρακτορείων.

«Δούλεψα με τον Αριστοτέλη Σαρρηκώστα στο Associated Press το 1971 και το ’72. Το πρόβλημα το είχαν οι αριστεροί φοιτητές της εποχής που έκαναν θόρυβο και αντιδρούσαν», αναφέρει από τη δική του μεριά στο NEWS 247.

«Εμείς στον ξένο Τύπο δεν δίναμε και μεγάλη σημασία σε αυτά που μας ανακοίνωνε το καθεστώς. Λέγαμε, εντάξει «τι να πουν κι αυτοί τώρα», δεν τα παίρναμε και πάρα πολύ στα σοβαρά».

Στη συνέχεια, ο κ. Carr, όπως μας αναφέρει συνεργάστηκε με το ABC Radio News. «Τη μεγαλύτερη αλλαγή την είδα μετά το Πολυτεχνείο. Τότε είδα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Όταν ανέλαβε ο Ιωαννίδης τα πράγματα ήταν πραγματικά άσχημα όμως εμείς οι δημοσιογράφοι, είχαμε δουλειά. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται, όταν υπάρχουν προβλήματα στην Ελλάδα, τόσο περισσότερη δουλειά και θέματα έχουμε εμείς. Δυστυχώς, όταν είσαι δημοσιογράφος, γίνεσαι και λίγο σκληρός, λες πως πρέπει να βγάλεις την πληροφορία».

 

Για τη λογοκρισία, ο ίδιος λέει: «Δεν δούλεψα ποτέ σε ελληνική εφημερίδα για να ξέρω επακριβώς πως ήταν τα πράγματα σε εκείνες, αλλά ήταν πολύ πιο δύσκολα σε σχέση με εμάς. Στο Associated Press δεν είχαμε ανοιχτή πίεση, ασχέτως του ότι κάποια ξένα ΜΜΕ μετέδιδαν τις εδώ ανακοινώνεις του εκπροσώπου της κυβέρνησης. Αντιθέτως με τις ελληνικές εφημερίδες που είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση όπως σας είπα».

«Πολλοί δημοσιογράφοι Έλληνες δεν μπορούσαν να πουν αυτά που ήθελαν και έδιναν κομμάτια σε εμάς. Το ίδιο έκαναν και παλιοί πολιτικοί, μας έστελναν ανώνυμους φακέλους και υλικό που βγάζαμε εμείς έξω».

«Ο Παπαδόπουλος έστειλε τους κομμουνιστές στα ξερονήσια και οι Αμερικάνοι του έλεγαν μπράβο. Μετά το Πολυτεχνείο σκλήρυνε το πράγμα και τον Ιούλιο του ’74 η χούντα προσπάθησε να ελέγξει όλα τα ρεπορτάζ μας», προσθέτει ο ίδιος.

Κομβική στιγμή για την αλλαγή της αντιμετώπισης και των ξένων ρεπόρτερ, ήταν η απέλαση του Άλμπερτ Κούραντ.

«Το καθεστώς είχε απελάσει τον Βέλγο Άλμπερτ Κούραντ, κάτι που μας έκανε πολύ κακή εντύπωση. Ο άνθρωπος είχε οικογένεια εδώ και δούλευε χρόνια και η απέλαση του έγινε εντελώς ξαφνικά. Επί Παπαδόπουλου δεν είχαν τολμήσει να κάνουν κάτι τέτοιο, ο Ιωαννίδης το έκανε».

Η στιγμή που έμεινε στη μνήμη του John Carr ήταν και για εκείνον, η ημέρα μετά το Πολυτεχνείο. «Ήμουν εκεί το επόμενο πρωί και το καθεστώς έκανε επίθεση και σε εμάς τους δημοσιογράφους, τρέχαμε για να κρυφτούμε. Επίσης, είχα πάει σε πολλά στρατοδικεία για δουλειά, για να καλύψω διώξεις άλλων».

Ακολουθεί σύντομο χρονολόγιο με τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού Τύπου επί χούντας, όπως καταγράφεται από τον Σύνδεσμο Φυλακισθέντων & Εξορισθέντων Αντιστασιακών

 

Απρίλιος 1967

«Γενικοί Γραμματείς» στα νευραλγικά Υπουργεία τοποθετούνται μέλη της ομάδας των πραξικοπηματιών, που έχουν και την πραγματική εξουσία ως μέλη του «επαναστατικού συμβουλίου». Ταυτόχρονα διενεργούνται μαζικές συλλήψεις περίπου 8..000 αριστερών πολιτών και πολιτικών, οι οποίοι οδηγούνται με τη βία στον Ιππόδρομο του Φαλήρου και στο γήπεδο της ΑΕΚ. Επίσης συλλαμβάνονται πολλοί από τους αστούς πολιτικούς που κρίνονται επικίνδυνοι για το καθεστώς. Οδηγούνται στο Στρατόπεδο Τεθωρακισμένων στο Γουδί, ή παραμένουν σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Τα βασικά άρθρα του Συντάγματος αναστέλλονται ενώ έκτακτα μέτρα καταστολής επιβάλλονται. Σε αυτά περιλαμβάνονται: χιλιάδες αυθαίρετες συλλήψεις σε όλη τη χώρα, απαγόρευση συγκεντρώσεων και κυκλοφορίας, συγκρότηση Εκτάκτων Στρατοδικείων, προληπτική λογοκρισία, απαγόρευση κυκλοφορίας αριστερών εντύπων και εφημερίδων (Αυγή), διάλυση πάνω από 430 συνδικαλιστικών οργανώσεων, αποστράτευση περίπου 400 αξιωματικών του στρατού ξηράς, όλη η ηγεσία του πολεμικού ναυτικού – η οποία είχε επιχειρήσει να κινηθεί εναντίον των πραξικοπηματιών – και τα 9/10 των ανώτερων αξιωματικών της αεροπορίας, αντίστοιχες απολύσεις στην Δημόσια Διοίκηση, ανακρίσεις, βασανισμοί, εξορίες.

 

Η εκδότρια της εφημερίδας «Καθημερινή», Ελένη Βλάχου, είναι η μόνη από τους αστούς εκδότες που αναστέλλει την έκδοση της εφημερίδας της. Ξεσπούν οι πρώτες δυναμικές εκδηλώσεις ενάντια στο επιβληθέν καθεστώς στα Γιάννενα και στο Ηράκλειο της Κρήτης και οι δυο καταλήγουν σε σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία και συλλήψεις. Στις 25 Απριλίου δολοφονείται εν ψυχρώ από αστυνομικό στον Ιππόδρομο του Φαλήρου, μπροστά στα μάτια εκατοντάδων συλληφθέντων συντρόφων του, ο πολιτικός κρατούμενος Παναγιώτης Ελλής,

Στα τέλη Απριλίου κεντροαριστεροί διανοούμενοι του Ομίλου Αλ. Παπαναστασίου συγκροτούν την αντιστασιακή οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα» Στις 30, ομάδα Λαμπράκηδων ιδρύουν το «Πατριωτικό Μέτωπο» (μεταξύ τους οι Μ.Θεοδωράκης, Α. Μανωλάκος, Χρ. Μίσσιος, Γ. Βότσης, Θ. Μπανούσης) το οποίο αργότερα μετονομάζεται σε «Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο», το γνωστό Π.Α.Μ. και κυκλοφορεί το πρώτο φύλλο εφημερίδας του υπό τον τίτλο «Νέα Ελλάδα».

 

Νοέμβριος 1968

Στις 15 η «κυβέρνηση» δημοσιεύει νέο νόμο «Περί Τύπου» που προβλέπει την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, και κατάργηση του καταλόγου απαγορευμένων βιβλίων, στα πλαίσια της προσπάθειας να εμφανίσει προς το εξωτερικό μια πορεία στοιχειώδους «εκδημοκρατισμού» του καθεστώτος. Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας τα πρακτικά δικών των αντιστασιακών στα Έκτακτα Στρατοδικεία της Χούντας αρχίζουν να δημοσιεύονται στις ελληνικές εφημερίδες. Δίκη Ρ.Φ. στην Αθήνα (Κ. Τζεμπελίκου, Μ. Γιαραλή, Ν. Βουλέλης). Στο έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών δικάζονται και καταδικάζονται σε βαρύτατες ποινές οι αγωνιστές του Ε.Δ.Κ. (Γ. Ανωμερίτης, Δ. Δώδος, Δ. Παπαϊωάννου, Ι. Μυλωνάς, Κ. Χουλιάρα κ.α.). Δίκη και βαριές καταδίκες αγωνιστών του ΠΑΜ και του ΑΕΜ (Τάκης Μπενάς, Α. Αρκάς, Χ. Κοντογιώργος, Ν. Αναγνωστόπουλος, Δ. Καραγεωργίου, Θ. Σιδέρης, Χ. Κορδελής, Ι. Φελέκης, Ε. Καραπιπέρης).

Μάρτιος 1970

Στις 7 πραγματοποιείται απόπειρα δολοφονίας του Αρχιεπίσκοπου και Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριου, στην οποία είναι αναμεμειγμένη η Ελληνική Χούντα. Πρόκειται για την απαρχή μιας βίαιης και ανοιχτής αναμέτρησης μεταξύ Χούντας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 27 αρχίζει η μεγάλη δίκη με βαριές καταδίκες της Δημοκρατικής Άμυνας (Σ. Καράγιωργας, Γ. Ιορδανίδης,  Γ. Α. Μαγκάκης, Ν. Κωνσταντόπουλος, Χ. Ροκόφυλλος, Μ. Τσαγκαράκης, Χρ. Πρωτόπαππας, Θ. Φίλιας κ.α.).

Τα πρακτικά της και η προβολή τους από τον τύπο προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση στην κοινωνία τόσο για τις καταγγελίες για βασανιστήρια όσο και για τη συρροή των μαρτύρων υπεράσπισης αλλά κυρίως για την στάση και τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο αντίκτυπος στο εξωτερικό είναι ιδιαίτερα έντονος. Παράλληλα αρχίζει η δίκη των εκδοτών και του αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Έθνος» για αντικαθεστωτική δράση και δημοσίευση αντικαθεστωτικών δηλώσεων του τέως υπουργού της Ε.Κ Ι. Ζίγδη. Καταδικάζονται επίσης οι Ι. Καψής, Κ. Κυριαζής, Ν. Νικολόπουλος, Α. Κυριαζή και Κ. Οικονομόπουλος και το έθνος οδηγείται στο κλείσιμο.

Απρίλιος 1970

Στις 10 ο Παπαδόπουλος ανακοινώνει πανηγυρικά μέτρα «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος, μέτρα που δεν εφαρμόστηκαν βέβαια ποτέ. Στις 13 η Χούντα απελευθερώνει τον Μίκη Θεοδωράκη με τον όρο να αναχωρήσει αμέσως στο Εξωτερικό.

Ο Θεοδωράκης συνοδευόμενος από τον Γάλλο πολιτικό Ζαν Σερβάν Σρεμπέρ αναχωρεί για το Παρίσι. Στις 15 το Συμβούλιο της Ευρώπης καταδικάζει για δεύτερη φορά την Ελλάδα. Το καθεστώς στην προσπάθειά του να κερδίσει κάποια εξωτερική αναγνώριση στρέφεται προς τις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Ακολουθεί η πρώτη επίσκεψη ξένου επισήμου στην Αθήνα από τις 21 Απριλίου του ’67,εκείνη του Βούλγαρου Υπουργού Εξωτερικών Μπάσεφ.

Τον ίδιο μήνα εκτοπίζονται 41 ανώτεροι αξιωματικοί στα Κύθηρα, την Σαμοθράκη και την Μακρακώμη. Αρχίζει αρθρογραφία στην εφημερίδα «Βραδυνή», ο συνταγματάρχης Δ. Σταματόπουλος, ένας από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος και μέλος της «επαναστατικής επιτροπής»,. Πρόκειται για την πρώτη δημόσια αντιπαράθεση στους κόλπους του καθεστώτος η οποία αμφισβητούσε τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών του «πρωθυπουργού» και υπογράμμιζε την ισότητα των «επαναστατών», την αντίθεση στην πρωτοβουλία απελευθέρωσης του Μ. Θεοδωράκη και την πορεία «πολιτικοποίησης» του καθεστώτος «χωρίς επαναστατικήν εξουσιοδότησιν».

Οι ενδοχουντικές αντιθέσεις πάντως λόγω της μη κοινής πολιτικής αντίληψης των πραξικοπηματιών, επιτρέπουν στον Παπαδόπουλο ελευθερία κινήσεων και ουσιαστική υποκατάσταση της «επαναστατικής επιτροπής». Ο Γ. Ρίτσος μετά τη Λέρο εκτοπίζεται στη Σάμο.

 

Δεκέμβριος 1971

Στις 18, το καθεστώς αίρει τον Στρατιωτικό Νόμο σε όλη την επικράτεια εκτός των περιοχών της Αθήνας του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Επιστρέφουν οι τελευταίοι 69 εξόριστοι της Λέρου και των άλλων τόπων εξορίας.

Κυκλοφορεί πλατιά η φοιτητική εφημερίδα «Πρωτοπορία». Συλλογή 3.000 υπογραφών για χορήγηση γενικής αμνηστίας στους πολιτικούς κρατουμένους.

Μάρτιος 1973

Εμφανίζονται στις εφημερίδες υπογραφές συμπαράστασης στους φοιτητές από διανοουμένους, παλιούς πολιτικούς ακόμη και ιεράρχες και εκκλήσεις για Γενική Αμνηστία. Οι αντιδράσεις στο εξωτερικό εντείνονται.

Απρίλιος 1973

Στις 5 ιδρύεται από το δικτατορικό καθεστώς η Ε.ΠΟ.Κ. ( Εθνικό Πολιτιστικό Κίνημα) με σκοπό να αποτελέσει ένα από τα κόμματα της προαναγγελθείσας νέας εποχής «πολιτικοποίησης» του καθεστώτος. Στις 7, η Χούντα αναγγέλλει ότι νομιμοποιεί την ίδρυση ανάλογων οργανώσεων.

Στις 23 ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής προβαίνει σε αντιδικτατορικές δηλώσεις στην εφημερίδα «Βραδινή» η οποία αμέσως κατάσχεται από τη Χούντα. Ο Μακαρέζος επισκέπτεται επίσημα την Λαϊκή Κίνα και υπογράφει στο Πεκίνο τρεις οικονομικές συμφωνίες. Συγκεντρώσεις φοιτητών διαλύονται από την αστυνομία. Συλλήψεις και βασανιστήρια στην ΕΣΑ φοιτητικών στελεχών. Συλλαμβάνονται από την ΕΣΑ οι Δ. Μαρωνίτης και Α. Πεπονής και ο Ι. Πεσματζόγλου.

Δεκέμβριος 1973

Ο Ιωαννίδης, χωρίς να εγκαταλείπει τη θέση του στο στράτευμα, παίρνοντας τον απόλυτο έλεγχο στα χέρια του, αποκλείει κάθε προσπάθεια πορείας εκδημοκρατισμού του καθεστώτος και καταργεί με συντακτική πράξη τις υπερεξουσίες του Προέδρου που πρόβλεπε το Σύνταγμα του Παπαδόπουλου.

Παράλληλα, αίρει την μονιμότητα ιδιαίτερων κατηγοριών ανώτερων Δημοσίων Υπαλλήλων και ανακοινώνει την δρομολόγηση διαδικασίας κάθαρσης ακόμη και εναντίον αξιωματούχων πρώην στρατιωτικών και πρώην «υπουργών» του Παπαδόπουλου, ενώ διατάσσει το κλείσιμο των εφημερίδων «Βραδυνή» και «Χριστιανική». Απόπειρα σιωπηρής πορείας για κατάθεση λουλουδιών στο Ε.Μ.Π. καταστέλλεται βίαια. Στις 14 εξαναγκάζεται σε παραίτηση ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Το τέλος της χούντας διαφαίνεται στο βάθος.

Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών – ΣΦΕΑ, 1967 – 1974 και διαβάστε ΕΔΩ το χρονολόγιο της επταετούς στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα.

Φωτογραφίες: Αριστοτέλης Σαρρηκώστας

   
Πηγή: news247.gr
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ